Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

25 Λέξεις #5 - Η συμμετοχή μου



Θυμήθηκα τη μυρωδιά στο υπνοδωμάτιό σου
Εγώ να εξερευνώ γραμματόσημα με τον μεγεθυντικό φακό,
Κάτω απ’τις γρίλιες του σφαλιστού παραθυριού.
Εσύ να λες δεν ανοίγεις,
Χαρίζεις τον ήλιο στα τριαντάφυλλα…


Αφιερωμένο στον παππού μου τον Γιάννη, που έφυγε με το παράπονο πως δεν έγινα, τελικά, φιλοτελίστρια. 
Πληροφορίες για το δρώμενο "25 Λέξεις", εδώ.
Να έχετε μία χαρούμενη εβδομάδα :)

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

"Η Σοφίτα..." - Πρώτη Συνέχεια Διηγήματος



Καλημέρα σας αγαπητοί μου και καλή εβδομάδα! Σας παρουσιάζω παρακάτω την πρώτη συνέχεια του διηγήματος «Η Σοφίτα», που πέρασε από το χέρι μου. Για περισσότερες πληροφορίες για το δρώμενο επισκεφθείτε το blog της Μαρίας Νικολάου «Το Κείμενο».

Πρόκειται για ένα νέο συλλογικό διήγημα, το οποίο θα γραφτεί σε συνέχειες από bloggers οι οποίοι δήλωσαν συμμετοχή. Δικό μου κομμάτι είναι το παρακάτω, η πρώτη συνέχεια μετά από το αρχικό κείμενο της Μαρίας Νικολάου, το οποίο μπορείτε να διαβάσετε και πάλι εδώ, στην ίδια ανάρτηση με την παραπάνω.

Ανυπομονώ να διαβάσω και τις υπόλοιπες συμμετοχές και να δω πού θα καταλήξει η υπόθεση. Καλή ανάγνωση και, Αριστούλα που θα συνεχίσεις μετά από εμένα, σου εύχομαι καλή έμπνευση :)


2.
ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ


                Ο κρότος του παραθύρου που άνοιξε βίαια απ’ τον άνεμο και τη βροχή που είχε δυναμώσει τώρα αισθητά, την επανέφερε στην πραγματικότητα: σηκώθηκε απ’ το πάτωμα τρομαγμένη και προσπάθησε να το κλείσει. Απόλυτη ησυχία απλώθηκε και πάλι στον χώρο. Μουδιασμένη και χωρίς να μπορεί να συγκεντρώσει τη σκέψη της κάπου, ακούμπησε τα ακροδάχτυλά της στο τζάμι που αναμετριόταν με το νερό τ’ ουρανού.
Η εικόνα του χωριού που ίσα ίσα διακρινόταν πίσω απ’ τη βρεγμένη επιφάνεια ξαφνικά της ζέστανε την ψυχή. Ό, τι και να είχε συμβεί, εκεί μεγάλωσε. Σ’ αυτά τα δρομάκια περπάτησε, έπαιξε, έζησε. Πόσες αναμνήσεις ξυπνούν μ’ έναν χώρο, πόσες αισθήσεις κι αισθήματα, λες κι η αύρα του τρυπώνει μέσα σου, σε καθίζει κάτω και σου διηγείται ιστορίες…
                Η Σόφη έστρεψε το βλέμμα της ξανά προς το σεντούκι. Το πλησίασε και έπιασε στα χέρια της ξανά τις καρτ ποστάλ και το γράμμα του πατέρα της, με την καρδιά της λιωσμένη απ’ τη συγκίνηση.
«Γιώργος»…
Ένας Γιώργος που δεν αγαπήθηκε αρκετά. Που η ίδια του η κόρη, το αίμα του, δεν τον αγάπησε αρκετά. Δεν λάτρεψε τη μορφή του, δεν τον αναζήτησε στο πλήθος, δεν ανακουφίστηκε στην αγκαλιά του ποτέ. Δεν μύριζε πώς μυρίζουν τα ρούχα του μετά την εργασία στην αυλή. Δεν άκουσε τη φωνή του να σχηματίζει τ’ όνομά της, δεν τη μάλωσε, δεν έκλαψε κι εκείνη εξ αιτίας του ποτέ. Δεν τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό στο σπίτι μετά τη δουλειά, δεν του χάρισε δώρα, δεν τον είδε να κοιμάται. Δεν τον ερωτεύτηκε όπως κάθε κορίτσι ερωτεύεται, θαυμάζει τον πατέρα του. Δεν καυχήθηκε για εκείνον. Δεν τον λογάριασε πριν τις πράξεις της που τελικά την πόνεσαν. Δεν τον είχε εκεί για να τη συμβουλέψει. Ή για να της πει έναν αγαπημένο λόγο παρηγοριάς.
«Με αγάπη, Γιώργος»…
                Η Σόφη ένιωθε εγκλωβισμένη σ’ ένα μεγάλο ρολόι, να σκοντάφτει στους δείκτες του καθώς εκείνοι γυρίζουν προς τα πίσω, πίσω και πίσω. Πίσω σ’ ένα παρελθόν, μιας αγάπης χωρίς μυρωδιά που όμως, τώρα γινόταν απτή. Τα γράμματα αυτά, με τον γραφικό χαρακτήρα του χεριού του ανθρώπου που –μισά, την αποτελεί, ήταν επιτέλους κάτι χειροπιαστό από εκείνον. Ένα κομμάτι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η μητέρα της δεν της είχε αναφέρει τίποτα γι’ αυτά τα γράμματα, όμως εκείνες τις στιγμές η απορία αυτή δεν την απασχολούσε τόσο, όσο η ανακάλυψή της η ίδια. Το σώμα της ανακάλυψης, που ήταν ό, τι πιο κοντινό σε σώμα είχε από εκείνον. Από τον Γιώργο… τον πατέρα της. Τον πατέρα της τον Γιώργο. Που ήταν άνθρωπος κι αυτός, είχε υπάρξει. Και ποτέ της πριν δεν είχε μπει στη διαδικασία ν’ αναρωτηθεί για εκείνον τίποτε. Όσα της έλεγαν, τα ελάχιστα εκείνα, της ήταν αρκετά. Πώς μπόρεσε;
                Μ’ ευλάβεια ανασήκωσε και διάβασε όλες τις κάρτες και το γράμμα ξανά και ξανά, ώσπου σχεδόν το απομνημόνευσε. Ύστερα έκλεισε το σεντούκι αφήνοντάς τα απ’ έξω, τα κράτησε μετά στην αγκαλιά της και προχώρησε έξω από τη σοφίτα. Πώς είχε γίνει και είχε ανέβει τόσο ελάχιστες φορές στη ζωή της σε αυτή την αποθήκη; Βρισκόταν μέσα στο ίδιο της το σπίτι, κι όμως ποτέ δεν θυμάται να είχε δουλειά εκεί πάνω. Δεν τύχαινε, δεν συνέβαινε. Της πέρασε από το μυαλό πως ίσως είναι πολλά τα ύποπτα, τα «περίεργα», αυτά που δεν παρατηρούσε ότι συνέβαιναν, τελικά.
Αφού διέσχισε και πάλι τον διάδρομο που οδηγούσε στο καθιστικό, ακούμπησε με την πλάτη στο σκονισμένο σκρίνιο της μάνας της, το καλυμμένο με ένα λευκό σεντόνι με σχέδια, και διάβασε τις κάρτες άλλη μία φορά. Ωστόσο το περιεχόμενό τους δεν άλλαζε, κι ούτε μπορούσε κανείς με τις αναγνώσεις να διακρίνει κάτι πίσω απ’τα γραμμένα. Ήταν τυπικά γράμματα, που εξηγούσαν σύντομα ότι ήταν όλα εντάξει και σπάνια, όταν αποφάσιζε να είναι λιγότερο φειδωλός στα λόγια, έγραφε και μία κουβέντα για κάποιο επεισόδιο με τους συναδέλφους του, στο πλοίο με το οποίο διέσχιζε τις θάλασσες. Τα μάτια της Σόφης έτσουξαν στην υπενθύμιση του τρομακτικού τέλους του, να τον παρασύρει η θάλασσα έξω από το πλοίο και να χαθεί από προσώπου γης, μες στα κύματα… Τραγικό και θλιβερό. Ξανακοίταξε τις ημερομηνίες.
Το τελευταίο χρονολογικά γράμμα του Γιώργου στη μητέρα της έφτασε στα χέρια της μετά τη γέννηση της ίδιας. Ήταν ξεκάθαρο, ο Γιώργος γνώριζε για τον ερχομό της κόρης του και ρωτούσε μάλιστα εάν ήταν καλά. Τα κομμάτια δεν ενώνονταν. Ο πατέρας της είχε ήδη χαθεί όταν γεννήθηκε εκείνη, έτσι γνώριζε όλη της τη ζωή. Δεν μπορεί. Η μητέρα και οι παππούδες της ήταν απόλυτα κάθετοι σε αυτό, το είχαν δηλώσει και δεν υπήρχε καν λόγος ή περίπτωση αμφισβήτησης. Η Σόφη δεν μπόρεσε να γνωρίσει τον πατέρα της γιατί απλούστατα, δεν τον πρόλαβε εν ζωή. Πώς θα μπορούσε τώρα, το πράγμα να είναι αλλιώς; Γιατί η μητέρα της να της είχε αποκρύψει οτιδήποτε; Και γιατί να διαστρέβλωσε την πραγματικότητα;
Ξαφνικά αισθάνθηκε προδομένη, ξεγελασμένη. Μόνη της. Ακούμπησε τη ματιά της γρήγορα ολόγυρα στο καθιστικό και σκέφτηκε πόσα μυστικά μπορεί να κρύβονταν στις ανήλιαγες γωνιές που εκείνη πάντα προσπερνούσε. Πόσα ακόμη; Δεν μπορούσε να καταλάβει, δεν μπορούσε να εξηγήσει, δεν μπορούσε να φανταστεί. Κι ούτε να δικαιολογήσει. Δεν χωρούν ψέματα σε μία δεμένη οικογένεια. Αν χωρούν, αυτομάτως οι δεσμοί κλονίζονται. Τα θεμέλια σκουριάζουν. Ταρακουνιούνται. Αλλάζουν τα πράγματα, οι σκέψεις. Η θεώρηση.
Οι σκέψεις της διαδέχονταν η μία την άλλη κι όμως κανένα σενάριο που έπλαθε με την φαντασία της δεν την κάλυπτε. Περπατούσε πάνω κάτω με το τελευταίο γράμμα του πατέρα της στα χέρια, ώσπου έφτασε και πάλι στη σοφίτα και κοίταξε τριγύρω μουδιασμένη.
Μια ξαφνική συνειδητοποίηση την έκανε να ανατριχιάσει. Το σεντούκι της γιαγιάς μπροστά της ορθωνόταν βαρύ, σκονισμένο και σκουριασμένο σε σημεία. Πάνω του σκαλισμένα σχέδια και παραστάσεις λουλουδιών, το καθιστούσαν αμιγώς γυναικείο. Κι έκρυβε, ομολογουμένως, γυναικεία μυστικά. Μυστικά τα οποία γυναίκες γνωρίζουν συνήθως. Και κινούν τα νήματα αναλόγως. Προσπαθώντας να μετρήσουν τις καταστάσεις και να λιγοστέψουν τον αριθμό των πληγέντων.
Το σεντούκι της γιαγιάς. Εκεί βρήκε τα γραμμένα χνάρια του πατέρα της η Σόφη πριν από λίγη ώρα. Μες στο σεντούκι της γιαγιάς. Γιατί; Γιατί εκεί; Δεν απευθύνονταν στη γιαγιά τα γράμματα. Δεν αποζητούσε εκείνης την απάντηση ο Γιώργος. Δεν χαιρέτιζε εκείνη, δεν ανησυχούσε για εκείνη, δεν ανυπομονούσε να γυρίσει σ’ αυτήν. Δεν ήταν αυτή η μάνα του νεογέννητου παιδιού του. Δεν ήταν αυτή στην οποία ποθούσε να επιστρέψει, να χτίσουν τη ζωή και να στηρίξουν την οικογένειά τους μαζί.
Γιατί βρίσκονταν οι κάρτες και το γράμμα στο σεντούκι της γιαγιάς και όχι σε κάποιο συρτάρι της μητέρας της, για παράδειγμα; Τα είχε φυλάξει η ίδια η μητέρα της για κάποιον λόγο εκεί; Ή μήπως η γιαγιά; Και αν τα φύλαξε η γιαγιά εκεί, σε ποια χρονική φάση το έκανε; Τα είχε δει η κόρη της ήδη, ή μήπως έπεσαν στα χέρια της πρώτα και αποφάσισε εκείνη για την τύχη τους; Αυτό θα σήμαινε πως η γιαγιά τα έκρυψε στο σεντούκι, δεν τα φύλαξε στο σεντούκι…
Μα το γιατί να το κάνει αυτό παρέμενε αναπάντητο. Ίσως να μην τον ήθελε τον Γιώργο η γιαγιά, τον τυχαίο ναυτικό αυτό που σύναψε σχέση με την κόρη της και την άφησε έγκυο μόνο και μόνο για να την εγκλωβίσει σε μία ρουτίνα αναμονής, αγωνίας και μοναξιάς. Ίσως να μην ήθελε η γιαγιά τέτοια ζωή για την κόρη της. Ίσως να προσπάθησε να την απομακρύνει από εκείνον κι αφού είδε και απόειδε, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Είχε όμως τέτοιο δικαίωμα; Έχει ο καθένας δικαιοδοσία να ορίζει τη ζωή των άλλων, ακόμη κι αν πρόκειται για τη ζωή των ίδιων του των παιδιών; Έχει ο καθένας μερτικό στις αποφάσεις που παίρνει ο Θεός για τον καθένα;
Η Σόφη αντιλαμβανόταν ότι το συμπέρασμα που έβγαλε για τη γιαγιά της ήταν μεν βάσιμο αλλά όχι σίγουρο. Το γράμμα θα μπορούσε να έχει καταλήξει στο σεντούκι της για κάθε αθώο λόγο. Αλλά και για κάθε ένοχο… Το σίγουρο είναι ότι ο πατέρας της δεν είχε πεθάνει ακόμα όταν εκείνη γεννήθηκε. Και ίσως, πάλι ίσως, να μην είχε πεθάνει καν, ποτέ… Γιατί όχι; Πώς ήξερε τώρα στα σίγουρα ότι ο πατέρας της δεν ζούσε, βαθιά ηλικιωμένος αλλά ζωντανός;
Τα μηνίγγια της σφυροκοπούσαν και το στόμα της ήταν στεγνό. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τι να πιστέψει. Τι να κάνει. Είχε άλλωστε χάσει τόσο τη γιαγιά της όσο και τη μητέρα της και δεν μπορούσε να τους γυρέψει απαντήσεις.
Δεν ήξερε από πού να αρχίσει…

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Αδράνεια




Τα ζωηρά μυαλά δεν μπορούν την αδράνεια. Πρέπει να τρέφονται με νέες παραστάσεις, με συμβάντα και με συναισθήματα που να τα εμπνέουν.Τέτοιο μυαλό φοβάμαι πως έχω κι εγώ. Κι όσο προσπαθώ να γράψω (αν μη τι άλλο) και δεν τα καταφέρνω, είναι σαν κάποιος να με σκουντάει και να προσπαθεί να μου ανοίξει τα μάτια. Ορίστε τα συμπτώματα. Ανησυχώ για την ποιότητα ζωής που παρέχω στον εαυτό μου. Μήπως δεν μου ταιριάζει; Μήπως ζητάω παραπάνω; Και τι είναι αυτό που ζητάω τελικά;

Απόψε με προβληματίζει που δεν αισθάνομαι γεμάτη αυτόν τον καιρό. Βαριέμαι. Δεν έχω κάτι στο οποίο να προσβλέπω, δεν ανυπομονώ ούτε περιμένω κάτι. Δεν ονειρεύομαι. Με το να προσπαθώ να μην σχεδιάζω το μέλλον, το σήμερά μου δεν έχει τι να κάνει. Του λείπει το πλάνο και ο στόχος, και η γλύκα του σχεδιασμού και της ελπίδας. 

Δεν στριφογυρίζει κάτι στο μυαλό μου που να με κάνει να σκέφτομαι, να βρίσκω τρόπους, να εξελίσσομαι, να προβληματίζομαι, να με κάνει να προσπαθώ. Στερούμαι δημιουργικότητας και έμπνευσης. Θέλω αγωνία, εγώ τη θέλω την αγωνία και τη δράση.

Αγαπώ και την ηρεμία βέβαια, οπότε αν συμβεί κάτι δυσάρεστο θα μου λείψουν αυτές οι μέρες, αλλά πάλι, η επανάληψη με κουράζει. Όταν τίποτα δεν κινείται.

Είμαι βέβαια τυχερή που είμαι ερωτευμένη. Και ενώ εκτιμώ το ότι υπάρχει δίπλα μου ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε μία αρμονική - πιστεύω - σχέση, είμαι και πάλι ανήσυχη και ψάχνω αιτίες και ιδέες.

Δεν με νοιάζει να έχω να γράψω κάτι δικό μου, κάτι που βίωσα. Θέλω όμως να έχω υλικό βιωματικό για να το μετατρέψω σε ιστορία, ή σε κείμενο με σκέψεις, ή σε κείμενο με φανταστικές σκέψεις. Εγώ έτσι αξιολογώ τις μέρες μου, με βάση το αν μου δίνουν τροφή για σκέψη και άρα, για γράψιμο. Δεν μπορώ να βλέπω τον κέρσορα να αναβοσβήνει κι εγώ να μην έχω τι να πω. Σ' έναν κόσμο που υπάρχουν τόσα πράγματα για να πει κάποιος σ' έναν καημένο κέρσορα βιδωμένο αιωνίως στο Word, εγώ δεν μπορώ να είμαι σιωπηλή και οι μέρες μου δεν γίνεται να μην διαφοροποιούνται από ξημέρωμα σε ξημέρωμα.

Τονίζω, βέβαια, πως όλη αυτή η δυσάρεστη αίσθηση έρχεται σε κύματα και ίσως είναι απλώς της χρονικής αυτής περιόδου, εντελώς περαστική. Μου έχει ξανατύχει να νιώθω έτσι, μετά όμως το ξεπερνώ. Όμως αυτές τις μέρες το σκέφτομαι και πάλι έντονα.

Είναι πάλι η εποχή που αισθάνομαι ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές και κοιτάζω το τοπίο μου τριγύρω ανήσυχη. Μα δε γίνεται να μείνει έτσι αυτή η ζωή, χωρίς κάτι ξεχωριστό και ενδιαφέρον να διηγηθεί ανά πάσα στιγμή. 

Μία, άλλωστε, μας διατίθεται.



Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Μια αγκαλιά στον ήλιο




Μόλις βγει ο ήλιος αύριο το πρωί και ξυπνήσω, θα βγω να τον υποδεχτώ.
Δεν θα φορέσω πολλά ρούχα και βέβαια ούτε τα γυαλιά μου, να' μαι σ' αυτόν εκτεθειμένη.
Θα τρέξω στο σημείο που χτυπά περισσότερο και θα μείνω εκεί, ακίνητη.
Με τα μάτια σφαλιστά θ ’απολαύσω το χάδι του όπως δεν το ένιωσα για καιρό.
Θα τ’ αφήσω να με εξετάσει, να με κατατρέξει, να με διαπεράσει.
Εγώ δεν είμαι το κορίτσι της νύχτας που παριστάνω.
Θα το νιώσω στα χέρια μου, στα μπράτσα μου, θ’ αγκαλιάσω τον εαυτό μου και θ’ ακουμπήσω το πηγούνι στο στέρνο. Θα το νιώσω στα πόδια μου, θα το αφήσω να με παρηγορήσει, να με γλυκάνει. Πολλά είναι τα κομμάτια μου που δεν ξέρω πώς να βοηθήσω μόνη μου πια.
Θα αγκαλιάσω και τους ώμους μου, θα τους τρίψω λίγο με τα δάχτυλά μου, θα πιάσω το πρόσωπό μου, να ξαποστάσει πάνω στις παλάμες μου. Λίγο να ανακουφιστεί από το βάρος όσων ξέρει. Από το βάρος όσων έχουν συμβεί και θαρρείς πως συσσωρεύονται. Και θα ανασάνω βαθιά, όσο βαθιά χωράω, ξανά και ξανά. Μέχρι να βγει από μέσα μου κάθε τι ανήσυχο.
Αύριο θα ανοίξω στον ήλιο την αγκαλιά μου.
Εγώ δεν είμαι το κορίτσι της νύχτας που παριστάνω...


Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

H Φωτογράφος




Δεν βλέπω βάθος πεδίου γιατί δεν βλέπω πια πεδίο. Δεν το διακρίνω. Εγώ μπορώ και βλέπω μόνο εσένα στο θέμα μου. Δεν θα μπορούσα να εστιάσω αλλού. Κι εσύ ως θέμα απομακρύνεσαι απ’το φόντο σου, διαφοροποιείσαι. Με πλησιάζεις. Εσύ. Κι όσο αργεί ο φακός μου να κλείσει, τόσο τραβά φως. Το διαχέει στις μέρες μας, στην καρδιά μου που τόσο το έχει ανάγκη. Σε λίγο φαίνεσαι μόνο εσύ στο πλάνο μου. Έχεις αποσιωπήσει κάθε τι άλλο. Και το φως σκορπίζεται και γλιστρά στο πρόσωπό σου.

Μου αρέσει να κρατώ το κλείστρο μου αργό, να του παίρνει πάνω κι από δευτερόλεπτο για να ολοκληρώσει το έργο του. Έτσι καταφέρνω και σε τραβώ θολό. Ρευστό. Γιατί τέτοιος είσαι για μένα, ρευστός σαν υγρός, γλιστράς μέσα απ’τα δάχτυλά μου κάθε δευτερόλεπτο. Κι έτσι χειμαρρώδης, πνίγεις τις αμφιβολίες μου και με κάνεις να χαμογελάω. Απλώνεις την χαρά στα μάτια, τα μαλλιά, τη σκέψη μου. Δεν με απασχολεί να σε ακινητοποιήσω, έτσι αυστηρά να σε περιορίσω σε μία σκληρή εικόνα. Πιο πολύ μου αρέσεις θολός. Αβέβαιος. Πνευματώδης.

Κι ύστερα ρυθμίζω το ISO μου. Αυτό μου αρέσει να το κρατώ χαμηλό. Δεν χρειαζόμαστε τα πολλά φώτα που φέρνουν και τη φασαρία σε λίγο… Εμείς χρειαζόμαστε χαμηλό φωτισμό. Το αγαπημένο μας κρασί. Όσα ψιθυρίζουμε… Κι όσα είμαστε. Τίποτε παραπάνω.

Κλικ.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Μονόλογος στο "Crave", της Σάρα Κέυν



Ό,τι με έλιωσε απόψε... Είχα χρόνια να διαβάσω αυτό το απερίγραπτα συναισθηματικό κείμενο. Απολαύστε έναν από τους ωραιότερους θεατρικούς μονόλογους, συγκινητικός και ερωτικός όσο δεν πάει. Κόντρα σε όσους πιστεύουν ότι τα αισθήματα δεν χωρούν στις λέξεις…

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και να μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και να μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.

Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και το να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,

Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα,από την πρώτη φορά που στο είπα,

Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής, 
Και να σου μιλάω για ό,τι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω, 
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’  τη ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι, 
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων, τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ.

Εδώ σας παραθέτω τον μονόλογο και στα Αγγλικά, 
γιατί πιστεύω ότι ένα κείμενο εκφράζεται σε όλη του τη διάσταση μόνο στη γλώσσα που γράφεται...




Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Tag - απολογισμός έτους 2015...


Καλησπέρα σας & καλό μήνα φίλοι μου!
Για απόψε σας έχω ετοιμάσει κάτι  πιο ανάλαφρο σε σχέση με ό,τι έχετε διαβάσει τον τελευταίο καιρό στο blog μου. Αποφάσισα να δεχτώ μία πρόσκληση - tag από την Eύα, την οποία ευχαριστώ πολύ (είναι και το πρώτο tag του blog!), η οποία περιέχει προσωπικές ερωτήσεις που αφορούν το 2015… Θα μου πείτε, πού το θυμηθήκαμε τώρα αυτό, μπήκε ο Φεβρουάριος του ‘16! Εγώ θα σας απαντήσω, πως έχετε δίκιο. Πάντως, δεν είναι κακό να κάνουμε έναν απολογισμό πού και πού… Οργανώνει τις σκέψεις μας.
Με τη σειρά μου καλώ τις παρακάτω bloggers τις οποίες διαβάζω και μου αρέσουν και τις οποίες θα ήθελα να γνωρίσω καλύτερα, να απαντήσουν κι εκείνες τις ερωτήσεις του tag. Φυσικά αυτό δεν είναι υποχρεωτικό, αν δεν το επιθυμούν ή αν θεωρούν ότι δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα του blog τους κάτι τέτοιο!

Φιλημένη Μες Στους Κινηματογράφους – kissmeinthemovies.blogspot.gr
Πέτρα – pistos-petra.blogspot.gr
Μαρία Λιόντου – mommyjammi.blogspot.gr
Aνδρομέδα – andromeda-mygalaxy.blogspot.gr

Να προσθέσω πως όποιος άλλος επιθυμεί μπορεί να απαντήσει έτσι κι αλλιώς τις ερωτήσεις, εγώ έπρεπε να διαλέξω μόνο 5 άτομα ενδεικτικά… Αλλά όλους θέλω να σας γνωρίσω! Καλή ανάγνωση και σας ευχαριστώ πολύ για τις επισκέψεις σας & τα σχόλιά σας που μου δίνουν ιδιαίτερη χαρά :)

Κάτι που έκανα το 2015 που δεν είχα ξανακάνει ποτέ:
Δοκίμασα πολύ την υπομονή, την ανοχή, την κατανόησή μου, την ικανότητά μου να στέκομαι στο ύψος διάφορων περιστάσεων χωρίς να δημιουργώ δυσκολίες και εντάσεις. Έμαθα τα όριά μου και πολλά πράγματα για τον ίδιο μου τον χαρακτήρα μες στη χρονιά.

Αν κράτησα τους στόχους που είχα βάλει πέρυσι & αν θα βάλω νέους φέτος:
Ανήκω στους ανθρώπους που φτιάχνουν λίστες γεμάτες στόχους με κολλάζ και χρωματιστά μαρκαδοράκια και τελικά σε λίγο καιρό δεν έχω ιδέα καν πού βρίσκονται τα χαρτιά αυτά. Είμαι απίστευτα αναβλητική και αφηρημένη, οπότε αυτό από μόνο του πρέπει να φτιαχτεί, και ορίστε ένας στόχος για τη νέα χρονιά…

Ποιες χώρες επισκέφθηκα το 2015:
Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς για όλους μας, αντιλαμβάνομαι πως είναι προκλητικό να συζητάμε την ανάγκη μας να ταξιδεύουμε. Ωστόσο έτυχε να έχω τη μεγάλη τύχη να μπορέσω να επισκεφθώ την Αυστρία και την Αγγλία για λίγες μέρες, πήγα στη Βιέννη και το Λονδίνο αντίστοιχα. Ήταν και οι δύο υπέροχες ευρωπαϊκές πόλεις, στο Λονδίνο μάλιστα ονειρευόμουν πάντοτε να πάω… Αλλά νομίζω ότι την καρδιά μου έκλεψε η Βιέννη περισσότερο, τελικά.



Τι θα ήθελα να κάνω το 2016 που στερήθηκα το 2015:
Δεν αισθάνομαι πως έχω στερηθεί κάτι… Με στεναχωρεί που ζούμε σε καιρούς που μας κάνουν να αισθανόμαστε ένοχοι με τέτοιες παραδοχές. Κυνηγούσα τα θέλω μου και τα κατάφερνα συνήθως. Ίσως να μην ήταν τόσο δύσκολα στην κατάκτηση όσα επιθυμούσα, βέβαια.

Ποιες ημερομηνίες θα μου μείνουν αξέχαστες στο 2015 και γιατί:
Πέρυσι, όπως και πρόπερσι, χάσαμε έναν πολύ αγαπημένο παππού από τη ζωή… Ήταν δύσκολο για όλη την οικογένειά μου, και είναι το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα ως συμβάν με ημερομηνία για αυτή τη χρονιά.

Τι αγόρασα και το χάρηκα πιο πολύ:
Δεν αγόρασα ιδιαίτερα πράγματα, που να θυμάμαι τώρα. Σίγουρα ξόδεψα πολλά από τα χρήματά μου στα ταξίδια που προανέφερα, αλλά δεν μετανιώνω ούτε 50 λεπτά απ’αυτά. Αγαπώ τα ταξίδια.

Πού πήγαν τα περισσότερα χρήματά μου:
Στην κάλυψη διαφόρων αναγκών της καθημερινότητας. Πουθενά συγκεκριμένα.

Τι με ενθουσίασε περισσότερο:
Ο ερχομός της μικρής μου σκυλίτσας στη ζωή μου! Ξεκάθαρα! Είναι ένα πλάσμα που λατρεύω, που μου δίνει απίστευτη χαρά και συγκίνηση καθημερινά και που πραγματικά έχει ομορφύνει τις μέρες μου!



Ποιο τραγούδι θα μου θυμίζει το 2015:
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τώρα, αλλά ξέρω ότι αγάπησα πολύ τον Sam Smith από τη στιγμή που τον άκουσα!

Σε σύγκριση με πέρυσι τέτοιο καιρό, φέτος είμαι:
Μεγαλύτερη… Ωριμότερη…

Ποια ήταν η αγαπημένη μου ταινία ή σειρά για το 2015:
Παρακολούθησα πραγματικά αμέτρητες ταινίες πέρυσι όλη τη χρονιά, έμεινα στο σπίτι αρκετά. Και παρακολούθησα και σειρές που μου άρεσαν πολύ, με αγαπημένη το The Affair. Εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς, σκηνοθεσία, σενάριο…

Τι έκανε το 2015 πιο ξεχωριστό για μένα:
Η πρώτη μου φορά σε διάφορες καταστάσεις…

Ποιο ήταν το fashion concept μου για το 2015:
Αν και νέα, δεν ακολουθώ ιδιαίτερα τη μόδα. Θαυμάζω το στυλ πολλών γυναικών, αλλά δεν ασχολούμαι τόσο με τον καθορισμό ενός δικού μου. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό.

Τι με κράτησε στα λογικά μου:
Δεν κινδύνεψα να τα χάσω, δόξα τω Θεώ… Ποτέ ως τώρα. Φαντάζομαι πως αν έφτανα σ’αυτό το σημείο θα σκεφτόμουν πολύ τους ανθρώπους που αγαπώ. Τα σημεία αναφοράς μου…

Ποιο πολιτικό γεγονός με αναστάτωσε:
Όλα… Με θλίβει η κατάσταση των ανθρώπων που έχουν χάσει την αισιοδοξία τους, τα όνειρα, την αξιοπρέπεια μερικές φορές. Λυπάμαι για τα κομμένα μας φτερά και την αδικία που κυριαρχεί. Με τρομάζει η κατάσταση στο Αιγαίο με τους πρόσφυγες. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε τη δική τους πλευρά, να θαλασσοπνίγονται στις θάλασσες μέσα σε βαρκάκια και να σβήνουν ο ένας στα χέρια του άλλου, ούτε τη ζωή των κατοίκων που ζουν, ας πούμε, στη Λέσβο.

Ένα μάθημα ζωής από το 2015:
Πολύ πολύ κλισέ, το ξέρω, αλλά για μένα ο μόνος δρόμος για την ψυχική γαλήνη είναι να ζω στο τώρα, στη στιγμή, στο παρόν. Με στρεσάρουν  οι προσδοκίες, δεν θέλω να σχεδιάζω ιδιαίτερα πράγματα για το μέλλον γιατί αγχώνομαι πολύ με τις παρεκκλίσεις από το «πλάνο» μου. Προσπαθώ να είμαι ανοιχτή σε καταστάσεις και γενικά να πορεύομαι δρόμους που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον χαρακτήρα και τις αρχές μου σαν άνθρωπος, ελπίζοντας για το καλύτερο.

Χρώματα




Το άδειο μου ποτήρι από κρασί, που το στριφογύριζα για ώρα αρκετή πάνω στα χείλια μου καθώς αποφάσιζα ποια θα είμαι από αύριο, τελικά το εκτόξευσα πάνω στον τοίχο απέναντι απ’τη τζαμαρία στην οποία ακουμπώ με την πλάτη, καθισμένη κάτω.
Διαλύθηκε αμέσως, μικρά γυαλιστερά τζαμάκια απλώθηκαν στο δάπεδο που πατώ ξυπόλητη.
Κι ύστερα τίναξα απ’την καρδιά μου, πάνω στον ίδιο τοίχο, τα χρώματα της ζωής μου μαζί σου, για να φύγεις για μια στιγμή από πάνω μου, έτσι. Απλά, έτσι.
Τίναξα το σκούρο πράσινο που καθρεφτίζει τα ξανασμιξίματά μας μετά από ό,τι εγώ θεωρώ μάχη.
Το βαθύ μπλε των θαλασσών πάνω απ’τις οποίες έχουμε ταξιδέψει και το λευκό του μαρμάρου που χαϊδεύει η κουρτίνα μας το απόγευμα.
Το μωβ της ιδέας  ενός περιπάτου και το άσχημο κίτρινο του τίποτε, όποιου πράγματος είναι φανταχτερό αλλά αδιάφορο και δεν μ’αγγίζει.
Και το μαύρο, το μαύρο τίναξα από την καρδιά μου τελευταίο.
Το μαύρο που μου γεννιέται απ’την ανάγκη, την ανάγκη που με κατακλύζει, που κυλάει στο αίμα μου και με βάφει, με πνίγει, με καθιερώνει, με ορίζει. Την ανάγκη που με κατευθύνει, που με οδηγεί να αποφασίζω, εκείνη που μου στερεί το δικαίωμα στην επιλογή, την ανάγκη μου να αναπνέω το πρόσωπό σου και να κοιμάμαι στην αγκαλιά σου ό,τι κι αν συμβαίνει, ήρεμη πια ότι τα καταφέραμε κι απόψε ως το κρεβάτι μας.
Τα χρώματα πλημμύρισαν τον απορημένο μου τοίχο κι έσταξαν στα σπασμένα γυαλιά. Τα μουδιασμένα μου ξυπόλητα βήματα πάνω τους προσθέτουν και το κόκκινο χρώμα στην αποψινή μου ακαταστασία.
Το κόκκινο του σε θέλω. Το κόκκινο του δεν με νοιάζει τίποτα άλλο στον κόσμο αυτό εκτός από εσένα.
Απ’τα κομμένα μου σημεία παρεισφρέουν όλα τα χρώματα ξανά μες στο σώμα μου και εν τέλει βρίσκεσαι ξανά μέσα μου.
Δεν εκπλήσσομαι και ιδιαίτερα, πάντως. Γιατί, πάντα.
Εσύ, πάντα.