Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Το Μονόπλευρο

Ας μου εξηγήσει κάποιος πως τώρα που γνωρίζω τον αριθμό της νέας σου πινακίδας δεν θα αλλάξει και τίποτα το σπουδαίο για εμάς.

Ας μου εξηγήσει κάποιος ότι δεν έχει σημασία το ότι όταν σε συνάντησα τυχαία στον δρόμο ήταν ακριβώς 8. Δεν είναι το ίδιο με αυτό που συνέβαινε κάποτε, που τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλον ταυτόχρονα και ήταν και τα δύο μας κινητά για τον άλλον κατειλημμένα.

Ας με πείσουν πως όσα σε θυμίζουν δεν έχουν καμία ιστορία να πουν σε εσένα. Και πως πιθανότατα εσύ δεν θυμάσαι κανένα από τα παραμύθια μας (σου, κυρίως, παραμύθια σου), πια.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Προσαρμογή συναισθήματος


Ορισμένα συναισθήματα χρειάζονται χρόνο για να μπορούν να πραγματοποιούν την ενδοσκόπησή τους, να εξελίσσονται σ’ άλλες μορφές, υποταγμένα στα συμφραζόμενα της ζωής του καθενός.
Η συνειδητοποίηση πως δεν νιώθουμε πια κάτι που νιώθαμε μπορεί να είναι άδικα έτσι τρομακτική. Ας δώσουμε λίγο χρόνο. Ας αγνοήσουμε το ίδιο το μυαλό μας για μια στιγμή. Το συναίσθημα δεν χάνεται, μετουσιώνεται σε κάτι άλλο ενδεχομένως, αλλά δεν χάνεται... Άλλες φορές, ας μη βιαζόμαστε να περηφανευτούμε στην καρδιά μας πως πλέον δεν νιώθουμε αυτό που μας πλήγωνε. Μπορεί να απομακρύνθηκε από εμάς για να δει αν μπορεί, αν αντέχει να συνεχίζει να ζει ως τέτοιο. Να δει, με τι το ταΐσαμε τόσο καιρό; Ποια η δική μας εμπλοκή στη διατήρηση ή στην απώλειά του; Μπορεί να έχει μπει σε μία διαδικασία  αυξομείωσης, μπλεγμένο με τα δεδομένα της πραγματικότητας, λογομαχώντας μαζί της και προσαρμοζόμενο, προσπαθώντας να δει τι δικό της θα αγνοήσει ή τι θα λάβει σοβαρά υπόψη πριν γυρίσει στην ψυχή μας. Δεν νιώθουμε μ’ έναν τρόπο ό, τι και να γίνεται. Κάποια στιγμή κάποια πράγματα τα παίρνουμε κι εμείς απόφαση.
Το συναίσθημά μας πάντα επιστρέφει αλλαγμένο όταν για λίγο μοιάζει να μας εγκατέλειψε και νιώθουμε μουδιασμένοι. Ας μην έχουμε την παράλογη απαίτηση να παραμένει αμετάβλητο μέσα στις μέρες, κι εκείνο σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο ζει και έχει ψυχή. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο ερεθίσματα και προκλήσεις. Ας περιμένουμε την απόφανσή του: άλλωστε αυτοί είμαστε, ό, τι μας υποδεικνύει εκείνο. Γι' αυτό ας είμαστε εκεί, έτοιμοι να το ακούσουμε ουσιαστικά, πραγματικά και να το αποδεχτούμε με ψυχραιμία.
.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Oι (αν)όμοιοι




                Ώσπου αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι. Ας είσαι εσύ κι ας είμαι εγώ, σε αντίστιξη. Εσύ ας μη θες, εγώ ας θέλω, κι αντίστροφα. Μην με περιμένεις, να μην σε περιμένω κι εγώ. Ας συνεχίσουμε να περπατάμε με τον βηματισμό των δικών μας ποδιών, χωρίς να συγχρονιζόμαστε, έτσι, άναρχα και αβίαστα. Ν’ ατενίζουμε τη μέρα και τη νύχτα απ’ τ’ ανάστημά του ο καθένας, δεν χρειάζεται να δεις αυτά που βλέπω. Να σκεφτείς όσα σκέφτομαι. Να μιλάς  με τη φωνή μου στους άλλους. Δεν χρειάζεται να είσαι εγώ στις βαθιές σου επιθυμίες και στόχους, στα βιώματά σου, στον τρόπο με τον οποίο επιλέγεις να διάγεις μία καθημερινότητα.
                Πόσο, πόσο ελάφρυνα όταν αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι. Πόση κούραση γλίτωσα, πόσο κράτησα για μένα δύναμη και ουσία που θα σπαταλούσα αναλύοντας… Πόσο αναπτύχθηκα, πόσο ασφαλέστερη ένιωσα, πόσο σταμάτησα να φοβάμαι και να τρέμουν τα γόνατά μου. Πόσο εκτίμησα την αξία της διερώτησης, όταν τίποτε δεν είναι δεδομένο, της αγωνίας, εκείνης όμως που δεν σε κατατρώει, γιατί ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά με οποιονδήποτε τρόπο.
                Και πόσο αναπάντεχα, εκεί που πίστευα ότι δεν γινόταν περισσότερο, σε έφερα κοντά μου. Αγκαλιάζοντας ό, τι είσαι, ό, τι ακριβώς είσαι πλασμένος για να κάνεις. Σου έχω εμπιστοσύνη, είσαι μία ολότητα και σε έχω διαλέξει. Σε σέβομαι. Σε παρατηρώ κριτικά χωρίς λυσάρια και τρόπους αντιμετώπισης. Ας προβληματιστείς μόνος σου, να αντιμετωπίσω κι εγώ μόνο εμένα, τον μοναδικό άνθρωπο για τον οποίο είμαι πράγματι υπεύθυνη, τελικά.
                Πόσο, πόσο ελάφρυνα. Έκανα μια αγκαλιά τους ώμους μου. Εσύ στο ανάστημά σου, σαν πύργος, κι εγώ δίπλα σου, στο δικό μου. Με άλλη θέα και θέαση. Είναι εντάξει, δεν πειράζει. Δεν χρειάζεται να είσαι εγώ… δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι.


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Η Ανησυχία





Κοίταξε να δεις μια ανησυχία κι απόψε.
Μην κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι κι αύριο έχει κάτι αλλάξει, μην έχει φύγει, εξατμιστεί. Λιγοστέψει.
Αλλάξει γνώμη.
Κοίτα να δεις ένα πρόβλημα, να μετρώ τις κουβέντες και το βλέμμα σου και να φοβάμαι μη χάσω ούτ’ ένα.
Μην κάποιο μου φανεί αλλιώτικο. Μην κάποιο δεν είναι εσύ, με τον τρόπο που σε ξέρω και που σ’ έχω μάθει.
Να κρατώ τα χέρια σου και να ψηλαφίζω τον παλμό σου, να δω αν συνεχίζεις να χάνεις εκείνον τον έναν που χάνεις όταν κάτι σου πω.
 Όταν κάτι σου πω που σ’ αρέσει.
Σε μετράω με το ένστικτό μου για να δω αν συνεχίζεις να χάνεις κάτι από σένα, κάθε μέρα, για να μου το δίνεις, δικό μου. Για να σιγουρευτώ ότι δε κοιμίζεις την καρδιά σου την ώρα της μοιρασιάς.
Τι πήρε ο ένας, τι έδωσε ο άλλος… Μια συναλλαγή ενηλίκων με μια λαχτάρα, με μια απαίτηση παιδική.
Δεν σταματώ ποτέ να σε παρατηρώ. Να μην διαφύγει κανένα σου συναίσθημα και καμιά του διακύμανση της απεριόριστης, αμέριστης προσοχής μου σε εσένα. Είμαι εκεί, με κάθε τι από πάνω μου που μπορεί και νιώθει και μετράω, μετράω,
μετράω
Κι όταν φοβάμαι πως χάνω κάτι απ’τα κεκτημένα μου στο μέτρημα, να΄ μαι να νιώθω το ίδιο μούδιασμα του πρώτου καιρού, το πάγωμα εκείνο, τα γνωστά παλιά μου γόνατα έχω τότε, όπως κι απόψε.
Όπως τότε που καθημερινά ανησυχούσα για την επόμενη μέρα μας.
Κοίτα λοιπόν να δεις μια ανησυχία ξαφνική… μην ξυπνήσω το πρωί και έχει ωστόσο συμβεί σε εμένα, σε εσένα, στο σπίτι, στον κόσμο μας,
να μη με αγαπάς πια.