Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Προσαρμογή συναισθήματος


Ορισμένα συναισθήματα χρειάζονται χρόνο για να μπορούν να πραγματοποιούν την ενδοσκόπησή τους, να εξελίσσονται σ’ άλλες μορφές, υποταγμένα στα συμφραζόμενα της ζωής του καθενός.
Η συνειδητοποίηση πως δεν νιώθουμε πια κάτι που νιώθαμε μπορεί να είναι άδικα έτσι τρομακτική. Ας δώσουμε λίγο χρόνο. Ας αγνοήσουμε το ίδιο το μυαλό μας για μια στιγμή. Το συναίσθημα δεν χάνεται, μετουσιώνεται σε κάτι άλλο ενδεχομένως, αλλά δεν χάνεται... Άλλες φορές, ας μη βιαζόμαστε να περηφανευτούμε στην καρδιά μας πως πλέον δεν νιώθουμε αυτό που μας πλήγωνε. Μπορεί να απομακρύνθηκε από εμάς για να δει αν μπορεί, αν αντέχει να συνεχίζει να ζει ως τέτοιο. Να δει, με τι το ταΐσαμε τόσο καιρό; Ποια η δική μας εμπλοκή στη διατήρηση ή στην απώλειά του; Μπορεί να έχει μπει σε μία διαδικασία  αυξομείωσης, μπλεγμένο με τα δεδομένα της πραγματικότητας, λογομαχώντας μαζί της και προσαρμοζόμενο, προσπαθώντας να δει τι δικό της θα αγνοήσει ή τι θα λάβει σοβαρά υπόψη πριν γυρίσει στην ψυχή μας. Δεν νιώθουμε μ’ έναν τρόπο ό, τι και να γίνεται. Κάποια στιγμή κάποια πράγματα τα παίρνουμε κι εμείς απόφαση.
Το συναίσθημά μας πάντα επιστρέφει αλλαγμένο όταν για λίγο μοιάζει να μας εγκατέλειψε και νιώθουμε μουδιασμένοι. Ας μην έχουμε την παράλογη απαίτηση να παραμένει αμετάβλητο μέσα στις μέρες, κι εκείνο σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο ζει και έχει ψυχή. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο ερεθίσματα και προκλήσεις. Ας περιμένουμε την απόφανσή του: άλλωστε αυτοί είμαστε, ό, τι μας υποδεικνύει εκείνο. Γι' αυτό ας είμαστε εκεί, έτοιμοι να το ακούσουμε ουσιαστικά, πραγματικά και να το αποδεχτούμε με ψυχραιμία.
.

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Oι (αν)όμοιοι




                Ώσπου αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι. Ας είσαι εσύ κι ας είμαι εγώ, σε αντίστιξη. Εσύ ας μη θες, εγώ ας θέλω, κι αντίστροφα. Μην με περιμένεις, να μην σε περιμένω κι εγώ. Ας συνεχίσουμε να περπατάμε με τον βηματισμό των δικών μας ποδιών, χωρίς να συγχρονιζόμαστε, έτσι, άναρχα και αβίαστα. Ν’ ατενίζουμε τη μέρα και τη νύχτα απ’ τ’ ανάστημά του ο καθένας, δεν χρειάζεται να δεις αυτά που βλέπω. Να σκεφτείς όσα σκέφτομαι. Να μιλάς  με τη φωνή μου στους άλλους. Δεν χρειάζεται να είσαι εγώ στις βαθιές σου επιθυμίες και στόχους, στα βιώματά σου, στον τρόπο με τον οποίο επιλέγεις να διάγεις μία καθημερινότητα.
                Πόσο, πόσο ελάφρυνα όταν αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι. Πόση κούραση γλίτωσα, πόσο κράτησα για μένα δύναμη και ουσία που θα σπαταλούσα αναλύοντας… Πόσο αναπτύχθηκα, πόσο ασφαλέστερη ένιωσα, πόσο σταμάτησα να φοβάμαι και να τρέμουν τα γόνατά μου. Πόσο εκτίμησα την αξία της διερώτησης, όταν τίποτε δεν είναι δεδομένο, της αγωνίας, εκείνης όμως που δεν σε κατατρώει, γιατί ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά με οποιονδήποτε τρόπο.
                Και πόσο αναπάντεχα, εκεί που πίστευα ότι δεν γινόταν περισσότερο, σε έφερα κοντά μου. Αγκαλιάζοντας ό, τι είσαι, ό, τι ακριβώς είσαι πλασμένος για να κάνεις. Σου έχω εμπιστοσύνη, είσαι μία ολότητα και σε έχω διαλέξει. Σε σέβομαι. Σε παρατηρώ κριτικά χωρίς λυσάρια και τρόπους αντιμετώπισης. Ας προβληματιστείς μόνος σου, να αντιμετωπίσω κι εγώ μόνο εμένα, τον μοναδικό άνθρωπο για τον οποίο είμαι πράγματι υπεύθυνη, τελικά.
                Πόσο, πόσο ελάφρυνα. Έκανα μια αγκαλιά τους ώμους μου. Εσύ στο ανάστημά σου, σαν πύργος, κι εγώ δίπλα σου, στο δικό μου. Με άλλη θέα και θέαση. Είναι εντάξει, δεν πειράζει. Δεν χρειάζεται να είσαι εγώ… δεν χρειάζεται να είμαστε όμοιοι.


Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Η Ανησυχία





Κοίταξε να δεις μια ανησυχία κι απόψε.
Μην κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι κι αύριο έχει κάτι αλλάξει, μην έχει φύγει, εξατμιστεί. Λιγοστέψει.
Αλλάξει γνώμη.
Κοίτα να δεις ένα πρόβλημα, να μετρώ τις κουβέντες και το βλέμμα σου και να φοβάμαι μη χάσω ούτ’ ένα.
Μην κάποιο μου φανεί αλλιώτικο. Μην κάποιο δεν είναι εσύ, με τον τρόπο που σε ξέρω και που σ’ έχω μάθει.
Να κρατώ τα χέρια σου και να ψηλαφίζω τον παλμό σου, να δω αν συνεχίζεις να χάνεις εκείνον τον έναν που χάνεις όταν κάτι σου πω.
 Όταν κάτι σου πω που σ’ αρέσει.
Σε μετράω με το ένστικτό μου για να δω αν συνεχίζεις να χάνεις κάτι από σένα, κάθε μέρα, για να μου το δίνεις, δικό μου. Για να σιγουρευτώ ότι δε κοιμίζεις την καρδιά σου την ώρα της μοιρασιάς.
Τι πήρε ο ένας, τι έδωσε ο άλλος… Μια συναλλαγή ενηλίκων με μια λαχτάρα, με μια απαίτηση παιδική.
Δεν σταματώ ποτέ να σε παρατηρώ. Να μην διαφύγει κανένα σου συναίσθημα και καμιά του διακύμανση της απεριόριστης, αμέριστης προσοχής μου σε εσένα. Είμαι εκεί, με κάθε τι από πάνω μου που μπορεί και νιώθει και μετράω, μετράω,
μετράω
Κι όταν φοβάμαι πως χάνω κάτι απ’τα κεκτημένα μου στο μέτρημα, να΄ μαι να νιώθω το ίδιο μούδιασμα του πρώτου καιρού, το πάγωμα εκείνο, τα γνωστά παλιά μου γόνατα έχω τότε, όπως κι απόψε.
Όπως τότε που καθημερινά ανησυχούσα για την επόμενη μέρα μας.
Κοίτα λοιπόν να δεις μια ανησυχία ξαφνική… μην ξυπνήσω το πρωί και έχει ωστόσο συμβεί σε εμένα, σε εσένα, στο σπίτι, στον κόσμο μας,
να μη με αγαπάς πια.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Να βγάζεις τη μάσκα σου όταν μου μιλάς


m e n t e ú n i c a https://youtu.be/qjXMdWxlFcU ∞ g l o b a l ∞ i n m i n e n t ∞ a w a k e n i n g ∞ m e n t e ∞ c o l e t i v a ∞:


Κανείς δεν λυπάται για τις από καιρό φορεμένες μάσκες  ορισμένων ανθρώπων που πέφτουν κάτω και σπάνε σε χίλια κομμάτια και αχρηστεύονται. Το πρόβλημα είναι το πρόσωπο που μένει εκτεθειμένο, με μία έκφραση γνώριμη, αλλά όχι ίδια μ’ αυτή που εσύ το είχες τόσο καιρό καταχωρημένο στο μυαλό σου. Όταν βγει η μάσκα μένει κανείς σχεδόν αγνώριστος.

Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν γνώριζες όλες του τις πλευρές, τις εκφάνσεις, τελικά. Ή ίσως, χειρότερα, ότι ό, τι ήξερες για εκείνο το πρόσωπο, εκείνο το σύνολο σώματος και πνεύματος με το οποίο έχεις αμέτρητες κατά τ’ άλλα αναμνήσεις, δεν ισχύει πια. Μπορεί και να μην ίσχυε ποτέ έτσι κι αλλιώς από την αρχή.


Ο καθένας σε φάσεις της ζωής του δικαιούται μία μάσκα, είναι κι απαραίτητη σε κάποιες περιπτώσεις. Οι μάσκες δουλεύουν παριστάνοντας κάτι που δεν είμαστε εμείς, προβάλλουν μία καλύτερη εκδοχή μας, αυτό είναι φτιαγμένες να κάνουν. Να μας καμουφλάρουν για να μας προστατεύουν από την αδιακρισία, το ποδοπάτημα της εκμετάλλευσης, τη χαιρεκακία. Κι έτσι είναι χρήσιμες.


Δεν τις δικαιούνται όμως όσοι τις χρησιμοποιούν αθέμιτα, για να κρύψουν πίσω τους την αθλιότητα μίας κακίας, ζήλιας, μισαλλοδοξίας και γρουσουζιάς. Όσοι προσπαθούν να ξεγελάσουν για  να χαλάσουν, να επηρεάσουν, να πλησιάσουν άλλους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους ήθελαν δίπλα τους. Όχι για να καμουφλάρουν τα ανήσυχα μάτια τους όταν οι άλλοι πετυχαίνουν κάτι… Όχι για να σε κάνουν να τους βάλεις στην καρδιά σου.


Γιατί μόλις βάλεις στην καρδιά σου έναν άνθρωπο με μάσκα, είναι σαν να ‘βαλες στο σπιτικό σου έναν Δούρειο Ίππο: κάποια στιγμή θα ξεχυθεί σε κάθε γωνιά της πραγματικότητας ένας ξένος επικίνδυνος, γιατί σε ξέρει καλά, ξέρει τις συνήθειες και τις αδυναμίες σου, τις σκέψεις και τους φόβους σου, και θα τα εκμεταλλευτεί για να ταίσει αυτό που τον κάνει και τρώει τα νύχια και τα δάχτυλά του, αυτή την τάση του να υπερέχει, να έχει κι αυτός ό, τι κι εσύ και να είναι όσα είσαι εσύ που νομίζει ότι από εκείνον λείπουν. Γιατί τέτοια εμπιστοσύνη κι εκτίμηση έχει στην πραγματικότητα για τον εαυτό του. Καμιά.


Κι έτσι, έχοντας φύγει η μάσκα, μένεις είτε να προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα, περισσότερο  για να μην αναγκαστείς να παραδεχτείς την κακή σου επιλογή και κρίση, είτε να προσπαθείς να μαζέψεις απ’ ολόγυρα τα κομμάτια της διαλυμένης σου εμπιστοσύνης, που σαν μικροσκοπικά τζαμάκια έχουν σκορπιστεί παντού και τα πατάς και ματώνεις συνεχώς, ξανά και ξανά.


Όσο για τους άλλους, αυτούς που επιτέλους συστήθηκαν, δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να σκέφτονται ή να νιώθουν πια, τι γίνονται στο τέλος και τι τους συμβαίνει. Κάπου διάβασα ότι δεν μπορείς να βγάλεις μία μάσκα που φοράς για καιρό χωρίς να ξεκολλήσει μαζί και ένα κομμάτι από το δέρμα σου.


Ίσως δεν με ενδιαφέρει και τόσο να μάθω.