Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Να βγάζεις τη μάσκα σου όταν μου μιλάς


m e n t e ú n i c a https://youtu.be/qjXMdWxlFcU ∞ g l o b a l ∞ i n m i n e n t ∞ a w a k e n i n g ∞ m e n t e ∞ c o l e t i v a ∞:


Κανείς δεν λυπάται για τις από καιρό φορεμένες μάσκες  ορισμένων ανθρώπων που πέφτουν κάτω και σπάνε σε χίλια κομμάτια και αχρηστεύονται. Το πρόβλημα είναι το πρόσωπο που μένει εκτεθειμένο, με μία έκφραση γνώριμη, αλλά όχι ίδια μ’ αυτή που εσύ το είχες τόσο καιρό καταχωρημένο στο μυαλό σου. Όταν βγει η μάσκα μένει κανείς σχεδόν αγνώριστος.

Ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν γνώριζες όλες του τις πλευρές, τις εκφάνσεις, τελικά. Ή ίσως, χειρότερα, ότι ό, τι ήξερες για εκείνο το πρόσωπο, εκείνο το σύνολο σώματος και πνεύματος με το οποίο έχεις αμέτρητες κατά τ’ άλλα αναμνήσεις, δεν ισχύει πια. Μπορεί και να μην ίσχυε ποτέ έτσι κι αλλιώς από την αρχή.


Ο καθένας σε φάσεις της ζωής του δικαιούται μία μάσκα, είναι κι απαραίτητη σε κάποιες περιπτώσεις. Οι μάσκες δουλεύουν παριστάνοντας κάτι που δεν είμαστε εμείς, προβάλλουν μία καλύτερη εκδοχή μας, αυτό είναι φτιαγμένες να κάνουν. Να μας καμουφλάρουν για να μας προστατεύουν από την αδιακρισία, το ποδοπάτημα της εκμετάλλευσης, τη χαιρεκακία. Κι έτσι είναι χρήσιμες.


Δεν τις δικαιούνται όμως όσοι τις χρησιμοποιούν αθέμιτα, για να κρύψουν πίσω τους την αθλιότητα μίας κακίας, ζήλιας, μισαλλοδοξίας και γρουσουζιάς. Όσοι προσπαθούν να ξεγελάσουν για  να χαλάσουν, να επηρεάσουν, να πλησιάσουν άλλους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους ήθελαν δίπλα τους. Όχι για να καμουφλάρουν τα ανήσυχα μάτια τους όταν οι άλλοι πετυχαίνουν κάτι… Όχι για να σε κάνουν να τους βάλεις στην καρδιά σου.


Γιατί μόλις βάλεις στην καρδιά σου έναν άνθρωπο με μάσκα, είναι σαν να ‘βαλες στο σπιτικό σου έναν Δούρειο Ίππο: κάποια στιγμή θα ξεχυθεί σε κάθε γωνιά της πραγματικότητας ένας ξένος επικίνδυνος, γιατί σε ξέρει καλά, ξέρει τις συνήθειες και τις αδυναμίες σου, τις σκέψεις και τους φόβους σου, και θα τα εκμεταλλευτεί για να ταίσει αυτό που τον κάνει και τρώει τα νύχια και τα δάχτυλά του, αυτή την τάση του να υπερέχει, να έχει κι αυτός ό, τι κι εσύ και να είναι όσα είσαι εσύ που νομίζει ότι από εκείνον λείπουν. Γιατί τέτοια εμπιστοσύνη κι εκτίμηση έχει στην πραγματικότητα για τον εαυτό του. Καμιά.


Κι έτσι, έχοντας φύγει η μάσκα, μένεις είτε να προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα, περισσότερο  για να μην αναγκαστείς να παραδεχτείς την κακή σου επιλογή και κρίση, είτε να προσπαθείς να μαζέψεις απ’ ολόγυρα τα κομμάτια της διαλυμένης σου εμπιστοσύνης, που σαν μικροσκοπικά τζαμάκια έχουν σκορπιστεί παντού και τα πατάς και ματώνεις συνεχώς, ξανά και ξανά.


Όσο για τους άλλους, αυτούς που επιτέλους συστήθηκαν, δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να σκέφτονται ή να νιώθουν πια, τι γίνονται στο τέλος και τι τους συμβαίνει. Κάπου διάβασα ότι δεν μπορείς να βγάλεις μία μάσκα που φοράς για καιρό χωρίς να ξεκολλήσει μαζί και ένα κομμάτι από το δέρμα σου.


Ίσως δεν με ενδιαφέρει και τόσο να μάθω.


Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Δύσκολες Σκέψεις για Βραδινό





Τα πρωινά δεν έχουμε ταυτότητα. Για ελάχιστες στιγμές αφότου ανοίξουν τα μάτια μας είμαστε κενοί, άδειοι από εαυτό, είμαστε απλώς ένα σώμα που βγήκε απ’την κατάσταση του ύπνου και ξεκινά πάλι και λειτουργεί πιο έντονα. Για ελάχιστες στιγμές δεν είμαστε συγκεκριμένοι, είμαστε σκόρπιοι και χύμα, κουκουλωμένοι με παπλώματα απ’τη νύχτα που πέρασε σαν να τη φοβόμαστε και ζητάμε να της κρυφτούμε.

Είναι σαν να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι, είμαστε το είδος μας, το ευαίσθητο αυτό που έχει ανάγκη να κατεβάζει ρολά. Κι όταν τα ανοίγει θαμπώνεται απ’το φως και το μυαλό του ηλεκτρίζεται και κολλάει, δεν υφίσταται ο χορός των σκέψεων η μία μετά την άλλη. Για λίγο. Κι ύστερα υφίσταται.

Κι αφού περνάει η αμνησία των ελάχιστων κλασμάτων του δευτερολέπτου στα οποία συμβαίνουν τα παραπάνω, θυμόμαστε ξαφνικά ποιοι είμαστε και α, ναι, πως σε εκείνο το σημείο το αφήσαμε την προηγούμενη. Ώρα να σκαρφαλώσουμε στη νέα μέρα που ήρθε, συνειδητά πια.

Κι αυτό το «συνειδητά», που το χάνουμε στον ύπνο μας και το ξαναβρίσκουμε κάθε πρωί, είναι σαν να ζωγραφίζει έναν πίνακα στο μυαλό μας ο οποίος με σχήματα κατάλληλα και με χρώματα αναπαριστά την ταυτότητά μας, όσα είμαστε, όσα ξέρουμε, όσα έχουμε κάνει. Αυτή η συνείδηση του ποιοι είμαστε εμείς που υπάρχουμε μέσα από το σώμα που ενσαρκώνει την ουσία μας, μας συναντά κάθε πρωί. Κάθε πρωί. Πάντα ξαφνικά.

Σκέφτομαι απόψε,  ας είμαστε άνθρωποι τέτοιοι που να μας ενθουσιάζει η προοπτική να ζούμε ως ο εαυτός μας την κάθε μέρα που ξημερώνει. Ας είμαστε περήφανοι για ό,τι είμαστε, για εκείνο ως το οποίο θα συστηθούμε στο σώμα μας το πρωί. Ας είμαστε αυτοί που το σώμα μας θα ήθελε να αντιπροσωπεύει. Ας συναντάμε κάθε πρωί μετά τις στιγμές "αμνησίας" έναν εαυτό που θ' ανακουφίζει τη συνείδησή μας.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Μια φορά μια γειτονιά...


Michael Faudet. For some reason this makes me think of the 4400... I miss that show!:




[ Βαθιά Προσωπικό ]

Νιώθω ήδη, στα 23 μου, χωρίς να έχω μεγαλώσει τόσο ώστε να μελαγχολώ ευκολότερα στη σκέψη των μικρών μου παιδικών χρόνων, πως η γειτονιά στην οποία ανατράφηκα εν πολλοίς με αποτελεί. Τη νιώθω μέσα μου, τη φέρνω βόλτες από το μυαλό μου συνέχεια, εικόνες τρέχουν στη σκέψη μου και στροβιλίζονται κι εγώ ξέρω πως με χρειάζεται να την επισκεφτώ για να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν άλλαξε. Δεν ξέρω μήπως βέβαια, εγώ είμαι εκείνη που χρειάζεται να βεβαιωθεί γι’ αυτό. Πως όλα είναι εκεί…

Η γειτονιά μας είναι παραθαλάσσια και ελάχιστα παραέξω από το κέντρο της πόλης μας, τα Χανιά μας. Παλιότερα, σε χρόνους που πρόλαβα κι εγώ, η φουρνιά των παιδιών του ’90, ήμασταν σχεδόν μόνοι μας εκεί: εμείς και η μονοκατοικία μας όπου έμεναν και ο παππούς και η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου κι ύστερα δέντρα, χωράφια, πρασινάδα, έρημοι δρόμοι και ο Θεός. Κάτι άλλαζε τα καλοκαίρια βέβαια, που κάτι περισσότερο κινούταν χάρη στον τουρισμό και τα ξενοδοχεία της περιοχής μας που άνοιγαν να τον υποδεχτούν.

Θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, στο δωμάτιό μου, και να ακούω απ’ τ’ ορθάνοιχτό μου παράθυρο τις ζεστές, υγρές νύχτες του καλοκαιριού που η παιδική μου έξαψη και τα κουνούπια δεν με άφηναν να κοιμηθώ, Κρητικά να παίζονται από κάποια ορχήστρα σε ένα κατά τ’ άλλα ήρεμο ξενοδοχείο απέναντι απ’ το σπίτι μας και ξένοι να χτυπούν παλαμάκια και να σφυρίζουν στο συγκρότημα που, φανταζόμουν εγώ, θα χόρευε κιόλας…

Αργότερα όμως, η ανάπτυξη δεν μας άφησε κι εμάς ανέπαφους. Χτίστηκαν πολλά σπίτια γύρω μας, άνοιξαν επιχειρήσεις, σούπερ μάρκετ, κομμωτήρια, ζαχαροπλαστεία, βενζινάδικα και ένα τεράστιο Jumbo που ήταν λες και μας σύστησε στον πολιτισμό: τράβηξε όλη την πόλη εκεί, ειδικά μετά την πρώτη χρονιά με Χριστούγεννα, Απόκριες, Πάσχα, καλοκαίρι και Σεπτέμβρη με σχολικά, ξαφνικά όλοι γνώριζαν το όνομα της περιοχής μας, γεγονός που μου έλυσε λίγο τα χέρια, γιατί σαν παιδί δεν μπορούσα ποτέ να πω πού μένω και κάποιος από τους συνομήλικούς μου να καταλάβει πού εννοώ ότι βρίσκεται το σπίτι μου.

Παράπονο το’ χα και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είχε γίνει και η γειτονιά μας δεν είχε παιδιά. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα πως φυσικά και είχε παιδιά. Απλά έμεναν στα σπίτια τους, φοβόντουσαν οι μαμάδες και οι μπαμπάδες να τ’ αφήσουν αλιμπερτά στον δρόμο, μην περνούσε και κανένα αμάξι, μη συνέβαινε κανένα κακό.

Ωστόσο σε όσα πραγματικά το έλεγε η ψυχή τους, δεν άφηναν την καρδιά τους χωρίς παιχνίδια: έβρισκαν τους τρόπους τους να ξεπορτίζουν κρυφά και να κυνηγιούνται ύστερα, να κάνουνε ποδήλατα ή να τρέχουνε πάνω κάτω μέχρι τελικής πτώσεως.

Τέτοιο παιδί ήταν κι ο αδερφός μου, ο έναν χρόνο μικρότερος από εμένα. Μεγαλώσαμε σαν δίδυμα με τον Βαγγέλη και τότε δεν καταλάβαινα ότι στην πραγματικότητα δεν μεγαλώναμε σαν αδέρφια κοντινά στην ηλικία «πράγμα που είναι καλό για τα παιδάκια γιατί έχουν κάποιον να παίζουν» όπως θα έλεγαν όσοι δεν έχουν νιώσει την ουσία του να έχεις αδέρφια στο πετσί τους, αλλά μεγαλώναμε σχεδόν ως μονάδα, ως ένας άνθρωπος. Οι γονείς μας αντιμετώπιζαν μάλλον απολύτως ως έπρεπε και το αποτέλεσμα ήταν να μην έχουμε ποτέ κάτι ο ένας να ζηλέψει στον άλλον ή λόγο για να κακιώσει, κι έτσι ήμασταν σύντροφοι ο ένας του άλλου, ο ένας η προέκταση του άλλου στα πάντα, πάντοτε.

Παίζαμε λοιπόν στη γειτονιά, ήμασταν φίλοι! Κάναμε ποδήλατα και τρέχαμε πάνω κάτω, παίζαμε και στην αυλή μας, κάναμε τον γύρο της ξανά με τα ποδήλατα όταν ο μπαμπάς μας έπαιρνε χαμπάρι και δεν μας άφηνε να βγούμε έξω απ’ αυτήν, παίζαμε ακόμα και ρακέτες στην αυλή: το μπαλάκι μα ς βέβαια έπεφτε πολλές φορές στην πόρτα της προγιαγιάς μας, της γιαγιάς της Χρύσας, που έμενε κι εκείνη σε ένα τμήμα του σπιτιού μας που τότε είχε τρία σπίτια. Φώναζε η γιαγιά, έβγαινε έξω όπως όπως κι εμείς κρυβόμασταν σκασμένοι από τα γέλια, νομίζοντας πως όντως δεν καταλαβαίνει ότι ήμασταν εμείς που το κάναμε… λες και θα μπορούσαν να ήταν άλλοι!

Μπαίνοντας εγώ στην προεφηβεία, άρχισε να μη μου κολλάει το παιχνίδι στη γειτονιά με τον Βαγγέλη, ηρέμησα, την ώρα που εκείνος έμπαινε σε μία φάση της ζωής του με περισσότερη ενέργεια από ποτέ. Εκείνος γράφτηκε και στην ποδηλασία επισήμως, στους αγώνες της οποίας διέπρεπε, καθώς όντως, όπως έλεγαν οι δικοί μας «δεν μπορούσε να σηκώσει τον πισινό του από τη σέλα» ! Εγώ έμενα περισσότερο στο σπίτι τότε και γνώρισα τον κόσμο των βιβλίων… διάβαζα, διάβαζα, μέρα νύχτα διάβαζα, τα μεσημέρια του καλοκαιριού έβγαινα στο μπαλκόνι μας και διάβαζα, τελείωνα το ένα βιβλίο μετά το άλλο, γέμιζα τη βιβλιοθήκη μου με χρωματιστά εξώφυλλα και καμάρωνα.

Και η γειτονιά μας εκεί, αρωγός και επιβλέπουσα σε όλες μας τις κινήσεις, όπως κι αν εξελισσόμασταν, εμείς κι εκείνη μαζί. Εμείς να τρέχουμε προς την παραλία μεθυσμένα απ’τη θέρμη του καλοκαιριού μόνα ή με τους φίλους μας, εκείνη να φροντίζει να μην πάθουμε κακό σαν μεγάλη μάνα, σαν Παναγιά. Εμείς να περιμένουμε το σχολικό για να πάμε στο σχολείο τους χειμώνες, εκείνη να προσπαθεί να μη βρέχει, ή να μαλακώνει λίγο το υγρό της κρύο… Εμείς να σκαλίζουμε το Τούρκικο σπίτι παραδίπλα απ’το δικό μας, το «ερείπιο» όπως το είχαμε μόνοι μας ονομάσει, να κάνουμε μέσα εξορμήσεις και να γκρεμίζουμε τους εσωτερικούς του τοίχους με πέτρες για να μπορέσουμε να εξερευνήσουμε τα δωμάτιά του με περισσή περιέργεια και φόβο μαζί, εκείνη να φροντίζει να μην πέσει τίποτα στο κεφάλι μας και μας το ανοίξει για τα καλά.

Η γειτονιά εκεί, να ζητάει συγγνώμη για τις γρατζουνιές στα γόνατά μας και να τα φιλάει να ‘γιάνουν με τα πιο ζεστά ηλιοβασιλέματα. Εκεί, να καλύπτει τις σκανταλιές και να μας βοηθάει να τις μπαλώνουμε όπως όπως. Εκεί, να φυλάει τα μυστικά μας!

Ως μεγαλύτεροι, τόσο ο Βαγγέλης όσο κι εγώ την αγαπήσαμε ακόμα περισσότερο μέσα από τις αναμνήσεις μας. Περισσότερο συνειδητά τώρα και με μελαγχολία, με νοσταλγία. Δεν υπάρχει σημείο της να μην έχει μια δική μας ιστορία να πει, να μη μας έχει δει να κάνουμε κάτι. Κοιτάζω τις άκρες των δρόμων σήμερα και μας βλέπω να πηγαίνουμε βόλτα τον Ερμή, το αγαπημένο κόκερ μας που ζει ακόμα στα 15 του χρόνια. Μας βλέπω να ταΐζουμε μουριόφυλλα τη Φρόσω, την κατσίκα κάποιου γεράκου που την έδενε στο χωράφι απέναντι από το σπίτι μας, στο χωράφι ανάμεσα στη μονοκατοικία μας με τον παππού και τη γιαγιά και το ξενοδοχείο με τα Κρητικά και τα παλαμάκια που αντιλαλούσαν τα βράδια του καλοκαιριού…

Τόσες και τόσες αναμνήσεις. Απόγευμα καλοκαιριού πάλι κάτω από τον ουρανό, ο μπαμπάς να καθαρίζει αχινούς με το μαγιό κι εγώ να τρέμω μην πατήσω καμία τσίτα ώσπου να βάλει το λάστιχο στο τέλος να καθαρίσει. Και να μας δίνει και καμία κουταλιά από τα αυγά του με λεμονάκι, όπως ήταν, μέσα απ’την κοιλιά του αχινού κατ’ ευθείαν! Αξία ανεκτίμητη!

Τόσα χρώματα, μυρωδιές, ο ηλιοψημένος ιδρώτας στο αγνό μας δέρμα την ώρα του παιχνιδιού, το άρωμα του BU μου που σκορπούσα τριγύρω στα 16, όταν έφευγα για να πάρω το λεωφορείο ως το φροντιστήριο των θεωρητικών μαθημάτων μου που τόσο αγαπούσα από τότε.

Σήμερα δεν μένω πια σ’ αυτή τη γειτονιά, ούτε κι ο Βαγγέλης είναι μόνιμα εκεί γιατί σπουδάζει, ωστόσο οι γονείς μου είναι ακόμη εκεί, στο λατρεμένο μου πατρικό σπίτι. Στο τόσο, τόσο, ειλικρινά λατρεμένο, σπίτι μου. Η προγιαγιά μας η Χρύσα μας έχει από χρόνια αφήσει σε πολύ μεγάλη ηλικία, ο παππούς και η γιαγιά μας μετακόμισαν παραδίπλα, ο παππούς μας έφυγε κι εκείνος μόλις τον Σεπτέμβρη του '15… Ήρθε στη γειτονιά και ο θείος μου με τη γυναίκα του και έκαναν την ξαδερφούλα μας, μικρό παιδί τώρα κι αυτή στην ίδια γειτονιά που υπήρξαμε κι εμείς μικροί, μικρότατοι. Με άγνοια κινδύνου, με άγνοια εγνοιών.

Κι αν άλλαξαν τόσα, κι αν άλλαξαν κι άλλα, κι αν θ’ αλλάξουν ακόμη περισσότερα, οι μνήμες μου είναι πάντα εδώ, με συντροφεύουν και όπως είπα στην αρχή, με αποτελούν. Με αποτελεί το κορίτσι που υπήρξα, γιατί μέσα μου το’ χω, απ’ αυτό ξεπετάχτηκα, κοπέλα τώρα, και είμαι ό, τι είμαι. Κι αν αυτό το κορίτσι μεγάλωσε σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή τη γειτονιά, έτσι είμαι εγώ, αυτή είμαι. Αυτή που τάιζε μια κατσικούλα, τη Φρόσω, που εμείς βέβαια την είχαμε ονομάσει έτσι!, με τα φύλλα της μουριάς, μαζί με τον Βαγγέλη, που μετά βίας τα φτάναμε τεντώνοντας τα χέρια μας…


Τώρα φεύγοντας από το σπίτι με το αυτοκίνητό μου, όταν το επισκέπτομαι, και περιμένοντας στο φανάρι του δρόμου μας για να βγω στον κεντρικό δρόμο, σκέφτομαι ότι είναι απίστευτο που είμαι οδηγός σε αυτόν τον δρόμο. Ότι οδηγάω…

Σ’ αυτόν τον δρόμο, εγώ, οδηγάω!

Ευχαριστώ, Πέτρα, γιατί το δρώμενό σου σήμερα μου θύμισε υπέροχα πράγματα. Γλυκόπικρα :)