Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Η Γέφυρα




Σου είχα ζητήσει να φτιάξεις μια γέφυρα.

Να σε έφερνε κοντά μου όταν θ’ αναζητούσα τα μάτια σου. Κοντά σου να’ ρχόμουν κι εγώ όταν θα ήθελες να κρυφτείς απ’όλους μες στα χέρια μου.
Κάποια για να ένωνε τις λέξεις σου με τις σημασίες μου, να έπαυα πια να σε πληγώνω, να σταματούσες να με τρομάζεις τόσο κι εσύ.
Μια να την περπατούσαμε με προορισμό τα όνειρά μας στην απέναντι άκρη, με προορισμό όσα ποθήσαμε ποτέ, όσα σχεδιάζουμε και περιμένουμε. Θέλω, να ξέρεις, να γίνουν όλα όπως τα συμφωνούμε όταν μ’ αγαπάς και σ’ αγαπώ.
Μια γέφυρα κι εσύ να στέκεσαι στην άλλη άκρη, ώστε στον ερωτευμένο μου δρόμο για σένα να λύνονται τα γόνατά μου. Και να είναι αρκετά μακριά για να προλαβαίνω να κρύβω τη λαχτάρα μου να σε ακουμπήσω κι όλη μου την αγωνία, ώστε εσύ να βλέπεις τελικά μόνο απλώς να σου χαμογελάω πριν την καθιερωμένη σύνθλιψή μου στην αγκαλιά σου.
Θυμάσαι; Σου είχα ζητήσει να φτιάξεις μια γέφυρα.
Να δω να προσπαθείς για εμάς.


Και την έφτιαξες.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Οι Δικοί Μου Άνθρωποι


Καλώς σε... θέλω απόψε να σου πω μια ιστορία για κάποιους ανθρώπους που γνωρίζω. 
Άκουσε αν θέλεις κι αυτό μαζί :)

Το αποψινό βράδυ προμηνύεται κρύο και το κρύο πάντοτε μου φέρνει στον νου ό,τι αγαπώ. Άλλοτε κάνει τη σκέψη μου να χάνεται σε αναμνήσεις παλιές, σε γκρίζες αναμνήσεις όλων μου των πρωινών και σε μυρωδιές της φύσης, των δέντρων, του χώματος… και άλλοτε με τον συλλογισμό μου ακουμπώ έναν έναν τους ανθρώπους της καρδιάς μου και στροβιλίζομαι για λίγο γύρω τους σαν άνεμος, αναρωτώμενη αν είναι καλά. Αν πονούν. Αν χρειάζονται κάτι. Αναρωτώμενη αν είμαι αρκετά δοσμένη σε εκείνους, αν τους το δείχνω και αν τους είναι αρκετό. Ξέρω πως κάποιους αφήνω παραπονεμένους κι αυτό με πληγώνει. Κι όσο περνάνε οι μέρες κι εναλλάσσονται μεταξύ τους τόσο γρήγορα όσο συνηθίζουν, ελπίζω δυνατότερα πως θα καταφέρω μια μέρα να πω πως στάθηκα στο πλάι τους όπως τους πρέπει. Όπως απόλυτα τους αξίζει. 

Οι άνθρωποι οι δικοί μου δεν είναι κτητικοί. Κι ούτε μου’χουν πει πολλά «όχι». Ο χώρος που μου αφήνουν και ο τρόπος τους μου επιτρέπει να σχεδιάζω την καθημερινότητά μου και απόφαση στην απόφαση, σιγά σιγά, να χτίζω τη ζωή μου. Ακόμα και που βλέπουν να κάνω λάθη και να της φτιάχνω ένα μέλλον σκούρο, δεν μου κακιώνουν ούτε με παρατηρούν. Οι άνθρωποι οι δικοί μου δεν κάνουν πολλές ερωτήσεις: τους ενδιαφέρει ίσως αν έχω φάει καλά σήμερα και μήπως κάποιος με στενοχώρησε. Οι άνθρωποι οι δικοί μου έχουν πάντοτε μια αγκαλιά για μένα, ένα έτοιμο δάκρυ στα μάτια κι ένα τσιγάρο στην περίπτωση που το χρειαστώ. Έχουν λίγα πράγματα, μα είναι διατεθειμένοι να μου τα χαρίσουν ανά πάσα στιγμή, αρκεί να ονομάσω τι είναι αυτό που ζητώ. Είναι κι αγαπημένοι μεταξύ τους, γιατί δεν έχουν άλλον τρόπο κι άλλο δρόμο απ’την αγάπη.
                Οι άνθρωποι οι δικοί μου ξέρω πως είναι  πάντα εκεί. Ξέρω πως κάποιο βράδυ που εγώ κοιμόμουν, μπήκαν στο δωμάτιό μου κρυφά κι έχουν από τότε εναποθέσει στην καρδιά μου ένα κομμάτι της δικής τους, κρύβοντάς το βαθιά μέσα μου για να μην το αισθάνομαι και μ’ενοχλεί και το καταλάβω. Κι έτσι εξηγείται που με νιώθουν… που με προλαβαίνουν τόσο θεαματικά. Που δεν χρειάστηκε συνήθως να τους πω, γνώριζαν ήδη. Και είχαν ήδη σχεδιασμένο το way out μου, για να με βγάλουν απ’τα μπερδεμένα μου σκοτάδια πάλι στο φως και να συνεχίσω να περπατάω. Κοντά τους ή όχι.
                Και δεν ζητούν ανταλλάγματα ποτέ.  Κι ας έχουν χτυπηθεί φορές όπου δεν άντεχαν να τους αγγίξουν, κι ας τους έχουν παρθεί αγάπες που δεν άντεχαν να τους πάρουν. Ανταλλάγματα ποτέ για όσα δίνουν. Ίσως είναι γιατί είναι μαγικοί άνθρωποι οι δικοί μου οι άνθρωποι...
                Οι άνθρωποι οι δικοί μου έχουν μάθει να μην ακούν λόγια, γιατί δεν είμαι τόσο καλή στα λόγια που είναι γεννήματα του ίδιου του πυρήνα της ψυχής μου. Είναι αγάπες κι αγάπες και κάποιες αγάπες δυσκολεύονται να μπουν στα στενά καλούπια των φθόγγων, των λέξεων και των φράσεων.  Αλλά μια και πέρα απ’τη διατύπωση τα κάνω θάλασσα και στις πράξεις καμιά φορά, απόψε εδώ μακριά τους σκέφτομαι τι να ξέρουν τελικά. Κι αν όσα ξέρουν είναι αρκετά… Αν θα μπορέσουν ποτέ να είναι αρκετά, να είναι «αυτά» και να μην υπάρχουν άλλα.                     
                Απόψε εδώ μακριά τους κοιτάζοντας απ'το παράθυρο τον αέρα να σαλεύει τα σκοτεινά απ΄το χρώμα της νυχτιάς κλαδιά των δέντρων, εγώ θα ονειρευτώ πως ταξιδεύουμε μαζί σ'όλα τα όμορφα μέρη που λαχτάρησα ποτέ να βρεθώ. Πως τους δείχνω πράγματα που τους συγκινούν, πως τους πάω όπου δεν πίστευαν ποτέ ότι θα βρεθούν. Πως τρώμε και πίνουμε ώσπου να κοκκινίσουν τα μάγουλα, τ'αυτιά και η καρδιά μας απ'τη θέρμη και τη χαρά. Πως κρατιόμαστε απ'το χέρι, με εμένα στη μέση, και περπατάμε κοιτάζοντας τριγύρω εδώ κι εκεί, σ'ό,τι ο Θεός έπλασε πιο ωραίο, σε μέρη σαν κι αυτά: 









Είστε τα δύο κομμάτια που με αποτελούν.
Για πάντα.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Το Μικρόβιο



Προκαλεί πολύ αυτός ο κέρσορας που αναβοσβήνει, σκέφτεσαι να αρχίσεις ή να μην αρχίσεις. Αν αποφασίσεις να αρχίσεις, σημαίνει πως ξέρεις ήδη πώς θα το πας, πηγαίνει συνήθως μόνο του αν του δώσεις την ευκαιρία λίγο μόνο να σπρωχτεί για να ξεκινήσει.

Μετά παίρνει φόρα. Οπότε κάθεσαι πίσω και περιμένεις κι ο ίδιος να δεις πού θα καταλήξει και πού θα καταλήξεις ύστερα κι εσύ. Πώς θα νιώθεις στο τέλος, πώς θα έχεις νιώσει στην πορεία. Θυμάμαι τις φορές που έγραφα κάτι και αμέσως ακινητοποιούμουν, κοκάλωνα, κάτι συνειδητοποιούσα εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο. Κι αυτό μ’έχει σώσει τόσες και τόσες φορές, ξανά και ξανά. Μου΄χει δείξει τον δρόμο. Μου’χει δείξει τι θέλω, τρίβοντάς το πάνω μου, να το δω. Να το καταλάβω επιτέλους. Κι είναι φορές που –πίστεψέ με, δεν ήθελα στην πραγματικότητα να ξέρω. Ή άλλες που ήθελα. Και βρήκα τον δρόμο μου μόνη μου, έλυσα το θέμα μου κι ελευθερώθηκα. Ή δεν ελευθερώθηκα, πόνεσα μέχρι δακρύων, αλλά τουλάχιστον, ξέρω γω; Έστησα κάποιες βάσεις, έκανα χώρο για προϋποθέσεις.

Kι είναι και μερικές φορές άλλες. Τότε που γράφεις γιατί ξέρεις πως θα ξεχαστούν αυτές οι μέρες. Τότε που γράφεις γιατί κάτι δεν θέλεις να χάσεις. Θες να το πάρεις μαζί σου και να το νιώθεις πάνω σου να σε σφίγγει, να σε ακολουθεί. Θέλεις να μπορείς να το ξαναζήσεις όταν περάσει. Θέλεις να μπορείς να περάσεις τα δάχτυλά σου από πάνω του, ακουμπώντας είτε το χαρτί είτε την οθόνη. Θέλεις να το διατυπώσεις για να ικανοποιήσεις εκείνη την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και νομίζεις πως αν καταφέρεις να το γράψεις έτσι όπως το θέλεις και έτσι όπως το αισθάνεσαι, ανακουφίζεσαι και νιώθεις ότι έχεις δημιουργήσει, είσαι πια πλήρης και μπορείς να ηρεμήσεις και να το ευχαριστηθείς. Ό,τι καλό κι αν είναι αυτό που σου συμβαίνει. 


Θέλεις να το γράψεις για να μπορείς να το'χεις πάντα κοντά σου, σημαία, φυλαχτό κι ευλογία. Τακτοποιημένο στη συλλογή των ευαίσθητων. Προστατευμένο από τη γνώση πως έχει λάβει τη θέση του στην ιστορία του κόσμου σου. Ενός κόσμου τόσο ρευστού, προσωρινού και ανολοκλήρωτου για εκείνον που αγνοεί ότι έχει το μικρόβιο της γραφής και νομίζει πως μπορεί να ζήσει αφήνοντάς το ατάιστο...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Κι Απόψε

          

Εγώ θα τον περιμένω κι απόψε. 
Γιατί απλώς καμία διαφωνία δεν μπορεί να ελαττώσει το συναίσθημά μου όταν ακούω τα βήματά του στην πόρτα. 
Καμία κουβέντα την αδημονία να χωθώ στον λαιμό του και να πάρω τζούρες απ’τη μυρωδιά του ώσπου να με γεμίσει σε κάθε γωνιά του οργανισμού μου. 
Τίποτα δεν επισκιάζει τη δόξα των πρωινών μας, την ηρεμία στο φαγητό μας, τις κουβέντες στα βλέμματά μας όταν εμείς δεν μιλάμε καθόλου. 
Τίποτα τη φωνή του, ή το στήσιμό του. Όλη του την παρουσία, το περπάτημα, τα πανέμορφα χέρια του. Τίποτα δεν επισκιάζει ό,τι έχει, ή τα μάτια του ας πούμε, τα μάτια του. 

Οπότε θα τον περιμένω κι απόψε, ανεπιφύλακτα, αναμφίβολα, ανυπομονώντας. Κι απόψε και ξανά και ξανά.