Το
ξέρω ότι είναι φυσιολογικό. Αλλά θα προτιμούσα να μην το συνήθιζες και να μην
το χρειαζόσουν. Όπως δεν το χρειάζομαι κι εγώ. Βέβαια, εγώ με τις επιλογές που
έχω κάνει, έχω απομακρυνθεί απ’αυτό το σκεπτικό. Δεν χτυπούν τηλέφωνα και δεν
ισιώνω τα μαλλιά μου τις Παρασκευές. Και θα’θελα, ξέρεις, να σε παρασύρω στη
σπηλιά μου.
Να
βλέπαμε μαζί αυτό το έργο με τους λύκους τώρα και όταν θα τρόμαζα και θα
τρανταζόμουν, εσύ θα με είχες στην αγκαλιά σου και θα μου χάιδευες το μπράτσο.
Θα ήταν δύο τα άδεια μπωλ των κορν φλέικς μπροστά μου τώρα και τα κουτάλια μας
θα σχημάτιζαν ένα χαριτωμένο χ το ένα μέσα στον χώρο του άλλου – ξεκάθαρα γιατί
ξέρουν πως είμαστε ζευγάρι και είναι κι εκείνα ζευγαράκι -που μόνο άτομα σαν
εμένα θα μπορούσαν ποτέ να παρατηρήσουν και κάτι να γράψουν γι’αυτό. Ή μπορεί
και μόνο εγώ.
Και
τα πόδια μας θα είχαν μπλεχτεί εντελώς κάτω απ’την κουβέρτα μου. Και τα χείλια
μας θα είχαν πια την ίδια γεύση απ’τα φιλιά. Κι εσύ θα έψαχνες το τηλεκοντρόλ
για να χαμηλώσεις στις διαφημίσεις κι εγώ θα ήμουν ξαπλωμένη πάνω του τόση ώρα
κι ούτε που θα το είχα καταλάβει και θα γελούσα κι εσύ θα απορούσες μαζί μου.
Και θα
μου έλεγες να κλείσω το καλοριφέρ, «μμμμ», θα νιαούριζα εγώ δυσαρεστημένα και
τελικά θα μέναμε στην υπερβολική μας θαλπωρή, υπερβολικά ν’αγαπιόμαστε, πίσω
απ’αυτό το κερί, βλέποντας το έργο με τους λύκους που με κάνει να φοβάμαι, κι
εσύ θα με χάιδευες, χωρίς ν'αφήνεις κανένα κομμάτι μου παραπονεμένο.
Αλλά
λείπεις καθώς συνηθίζεται και με στεναχωρεί που το χρειάζεσαι. Και φοβάμαι ότι
σε τρομάζω που εγώ δεν θέλω να λείπω ποτέ κι έτσι αγκαλιάζω τις
επιλογές μου με τα μαλλιά μου σγουρά σε μια Παρασκευή βράδυ και δυναμώνω μόνη μου τον
ήχο της ταινίας, αποσιωπώντας άλλους, κάπου περίπου απ'τον αυχένα μου, νομίζω,
που πηγάζουν. Που λένε πράγματα που δεν θέλω να ακούσω.




